|
Αξιότιµε κύριε Νοµάρχη ∆ήµαρχε της Ρόδου της Ιάλυσου, της Καλλιθέας Αξιότιµοι κύριοι του Νοµαρχιακού Συµβουλίου Του ∆ηµοτικού Συµβουλίου της Ρόδου, της Ιάλυσσου, της Καλλιθέας Κυρίες και κύριοι, Καληµέρα. Σας απευθύνω τους πιο θερµούς χαιρετισµούς εκ µέρους όλων των µελών του ιταλοελληνικού Συλλόγου « των πρώην Λασαλιανών µαθητών Ρόδου» κι εµού προσωπικώς ως εκπροσώπου του Συλλόγου µας για την Καµπάνια. Είναι µεγάλη χαρά για µένα να εκπροσωπώ την γέφυρα που ενώνει την παλιά γενιά των µαθητών, που γεννήθηκαν και µεγάλωσαν στη Ρόδο και τη θεωρούν δεύτερη πατρίδα τους, µε τη νεότερη γενιά των µελών που έµαθαν από τους παλιότερους να αγαπούν αυτό το εκπληκτικό νησί . Λένε ότι τα παραµύθια είναι η τροφή των παιδιών. Η δική µου φαντασία όµως δεν ευτύχησε να ονειρευτεί ούτε µε την «κοκκινοσκουφίτσα», ούτε µε «τα τρία γουρουνάκια». Κανένας γύρω µου δεν είχε τη διάθεση να µου διηγηθεί τέτοιες ιστορίες, όλοι ήταν πρόσφυγες και οι µόνες ιστορίες που µπορούσαν να διηγηθούν αφορούσαν τη «χαµένη πατρίδα». Στις παρέες του προσφυγικού καταυλισµού, τις νύχτες, στις χαρές και στις λύπες, η συζήτηση, αργά ή γρήγορα, γυρνούσε σ’ αυτήν, στις ρίζες τους, οι αναµνήσεις γέµιζαν από τη γη που άφησαν πίσω τους. Συχνά ένας κόµπος στο λαιµό τους έπνιγε, τα µάτια γέµιζαν δάκρυα και η συζήτηση σταµατούσε στα µισά. Μα στις διασκεδάσεις, όταν τους µεράκλωνε η «ρακή» κι αρχίζαν τα τραγούδια της Σµύρνης, της Ρόδου, τότε λοιπόν το τραγούδι έµοιαζε µε «ελεγεία».
Έχοντας ακούσει αµέτρητες φορές τις ίδιες ιστορίες ειπωµένες µε την ίδια αθεράπευτη νοσταλγία, άρχιζα κι εγώ από παιδί, χωρίς να το συνειδητοποιώ να σεργιανάω στους δρόµους τους, να σταµατώ στις πλατείες τους, που µε τον καιρό γίνονταν δικές µου. Γνώρισα τη ζωή τους, τους πολέµους τους, το ξερίζωµά τους, τους νεκρούς τους. Έµαθα τις ιστορίες αυτών που χάθηκαν µέσα στον πανικό και στην ταραχή και µέχρι σήµερα δεν υπάρχει καµιά πληροφορία γι’ αυτούς, αν πέθαναν ή ζουν. Μα και για τους άλλους που πέθαναν στη Σµύρνη και από τότε κανένας παπάς δεν τους έψαλε στον τάφο τους ούτε διάβασε κάποια ευχή. Οι ιστορίες τους, γεµάτες θλίψη και πίκρα, αποτυπώθηκαν στο µυαλό µου από τότε που ήµουν παιδί και, µε τον καιρό, έγιναν εικόνες ανεξίτηλες. Σε αντίθεση µε τη Σµύρνη, οι σχέσεις µε τη Ρόδο, µε τις αρχές και τους κατοίκους του νησιού, στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, διατηρήθηκαν και ισχυροποιήθηκαν. Γι’ αυτό και σήµερα βρισκόµαστε εδώ, για να δηλώσουµε την αγάπη µας για τη Ρόδο, τη συµπάθειά µας και τη φιλία µας προς τους κατοίκους της και προς τους εκπροσώπους της πολιτείας και της εκκλησίας. Βρισκόµαστε εδώ για να ισχυροποιήσουµε τα αντισώµατα αυτής της όασης, όπου όλοι διδάχτηκαν την υποµονή και οι σχέσεις βασίζονταν στον αµοιβαίο σεβασµό και τη κατανόηση. Μου έλεγαν πως στη Ρόδο υπήρχαν τρεις αργίες: η Παρασκευή για τους Μουσουλµάνους, το Σάββατο για τους Εβραίους και η Κυριακή τους ορθόδοξους και τους καθολικούς. Μπορούµε να πούµε πως εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι έζησαν προκαταβολικά µια µορφή ενωµένης Ευρώπης. Βεβαίως ήταν σκληρή η ζωή αργότερα στους προσφυγικούς καταυλισµούς, όµως η γλώσσα τους, «τα ρωµέικα», οι παραδοσιακές γιορτές, τα κόκκινα αυγά, η βασιλόπιτα, οι κουραµπιέδες, τα κάλαντα κ.τ.λ., τους ένωναν όλο και πιο πολύ, άρχισαν και να παντρεύονται µεταξύ τους. Αυτοί οι πρόσφυγες που µιλούσαν «ρωµέικα», είναι η ζωντανή µαρτυρία µιας γλώσσας που τείνει να εξαφανιστεί. Ενώ, λοιπόν, τα χρόνια περνούσαν ήταν η αγάπη για τη Ρόδο, η ανάµνηση των τόπων εκείνων, η επιθυµία να γυρίσουν µια µέρα σ’ αυτούς, που τους έδινε τη δύναµη να συνεχίζουν και να αγωνίζονται σε µια πατρίδα που τους έκανε πολλές φορές να νιώθουν «ξένοι στην πατρίδα». Πράγµατι, ακόµα και τώρα, 60 χρόνια µετά, είναι οι « Έλληνες» ή οι «πρόσφυγες». Τα ευγενικά συναισθήµατα φιλίας κι αδελφοσύνης µεταξύ των λαών, µε τα οποία ανατράφηκαν, επέτρεψαν, παρά τις δυσκολίες της ζωής στην µεταπολεµική Ιταλία, τη συνέχιση των σχέσεων µε τους φίλους της Ρόδου αρχικά και µε όλους τους Έλληνες αργότερα. Αυτή η σχέση που παρέµεινε ζωντανή είναι η αιτία της γέννησης, στη δεκαετία του’60, του Συλλόγου «πρώην Λασαλιανών µαθητών Ρόδου», τα µέλη του οποίου, Ιταλοί, Τούρκοι, οι λίγοι επιζήσαντες Εβραίοι και οι ΄Ελληνες της Ρόδου, όλοι οι πρώην µαθητές των σχολείων Λασάλ, συγκεντρώνονται κάθε χρόνο την τελευταία Κυριακή του Μάη, στην Ασίζη, στην εκκλησία Santa Maria degli Angeli. Στο περιβάλλον των Φραγκισκανών, συναντιούνται οι, σκορπισµένοι σε όλον τον κόσµο, φίλοι και συµµαθητές των χρόνων εκείνων για να θυµηθούν τα παιδικά τους χρόνια, να διηγηθούν τις χαρές και τις λύπες της ζωής τους, αλλά κυρίως να συζητήσουν για το επόµενο ταξίδι τους στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Ρόδο, όπου πάντοτε γίνονται δεκτοί µε αγάπη από τον λαό και τις αρχές του τόπου. Γι’αυτό νιώθω την ανάγκη να εκφράσω τις ευχαριστίες µου στις τοπικές αρχές αλλά και σε όλους τους παρευρισκόµενους για τη θερµή υποδοχή και τη φιλία όλων αυτών των χρόνων. Θα ήθελα επίσης ευχαριστήσω την κυρία Χρυσούλα Καϊλή, την εκπρόσωπο του Συλλόγου µας, που πάντοτε ενθαρρύνει και οργανώνει τις επαφές µας µε τους τοπικούς άρχοντες και είναι ο ιδανικός συνδετικός κρίκος που ενώνει την Ιταλία µε τη Ρόδο. Κλείνοντας, εύχοµαι να γίνει ακόµα πιο στενή και δυνατή η σχέση µας και να εµπλουτιστούν οι µεταξύ µας πολιτιστικές ανταλλαγές, εµπλέκοντας και τις νεότερες γενιές µε ακόµα περισσότερες πρωτοβουλίες στο άµεσο µέλλον. Γεια σας και καλή αντάµωση στην επόµενη συνάντησή µας.
Dott. Policarpo Saltalamacchia
|